Mousikorama stratis thalassinos agapanthousMousikorama stratis thalassinos agapanthous pisw1972-73 - "ΣΤΡΑΤΗΣ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ" - Columbia (L.P.) συμμετοχή Μουσική: Γιάννη Μαρκόπουλου- Ποίηση: Γιώρ. Σεφέρη

¨Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΝΘΟΥΣ¨

                                     ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης

Τραγουδούν: Νίκος Ξυλούρης, Μέμη Σπυράτου, Λάκης Χαλκιάς

 

 Παρουσίαση-Σχόλιο:  Σαββίδη

Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,

να μου δοθεί ετούτη η χάρη.

Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες

μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει

και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ

που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της

κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια

γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

        Έτσι προσευχήθηκε ο Γιώργος Σεφέρης, τον Ιούνιο 1942,  μέσα στην καρδιά του Πολέμου και της Κατοχής.

        Ήταν η φυσική και υγιής αντίδραση, ενός εξαιρετικά ευαίσθητου και συνειδητού τεχνίτη – αντίδραση, όχι απέναντι στην μουσική, αλλά στην κατάντια μιας ποιητικής που τον είχε κάποτε γαλουχήσει.

        Αντίδραση, όχι εναντίον της «μοντέρνας τέχνης», αλλά αντίκρυ στον ομότεχνο που δεν ξέρει πια πώς να ανταποκριθεί στους μονιμότερους καημούς του σύγχρονου ανθρώπου.

      Την μουσική ο Σεφέρης την αγάπησε και την ετίμησε όσο λίγοι ποιητές μας:  από τον Μπετόβεν ίσαμε τον Στραβίνσκι, και από τα Ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης ίσαμε τα νέγρικα της Αμερικής.

       Πολλά διδάχτηκε από όλη αυτήν την μουσική κληρονομιά για τους τρόπους και τους ρυθμούς και την αρμονία των ποιητικών του συνθέσεων, και αξίωνε από τον αναγνώστη της ποίησης να έχει «αυτί» ανάλογο με εκείνο που χρειάζεται για την μουσική. Από τον εαυτό του, απαιτούσε την αυστηρότατη πνευματική και τεχνική άσκηση στην οποίαν υποβάλλονταν, με ίση ταπεινοφροσύνη, ο φίλος του Δημήτρης Μητρόπουλος η ο μαρτυρικός Σκαλκώτας.

       Στα νιάτα του, ακόμα αντηχούσε το σύνθημα των Γάλλων συμβολιστών: «Να ξαναπάρουμε από την μουσική εκείνο που ανήκει στην ποίηση!».

      Αργότερα, συχνά τον άκουσα να μνημονεύει τον στοχαστικό ορισμό του γέροντα  Παλαμά: «Η ποίηση είναι ο λόγος που πάει να γίνει τραγούδι». Και ο ίδιος ο Σεφέρης συνόψιζε την ποίηση, από την τεχνική άποψη, με δυο λέξεις : «ο αρμονικός λόγος».

      Κανένα του ποίημα, από όσο ξέρω , δεν παραβαίνει τους δίδυμους άγραφους κανόνες της τέχνης του τραγουδιού: τα όρια της ανθρώπινης ανάσας και τις δυνατότητες της κοινής (ελληνικής) λαλιάς.

      Όλα τους είναι καμωμένα για να ακουστούν, και πολλά είναι εκείνα που προϋποθέτουν μιαν ιδεατή μουσική συνοδεία «με μουσικές εξαίσιες, με φωνές...».

      Είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο επιφυλακτικός (όχι, διόλου αρνητικός κατ’ αρχήν) έμεινε ο Σεφέρης, ίσαμε το τέλος της ζωής του, απέναντι σε διάφορες απόπειρες μελοποίησης δικών του ποιημάτων. Νομίζω πως εκείνο που τον σταματούσε κυρίως ήταν το στανικό είτε μηχανικό (άρα άνομο) πάντρεμα του ποιητικού λόγου με παράταιρες μελωδίες.

      Η «μελοποίηση» που χρησιμοποιεί την ποίηση για πρόφαση μονάχα η για μόστρα.

      Η ασυνείδητη στρέβλωση του άρτιου και του ζωντανού ποιητικού σώματος η και ο νωχελικός ακρωτηριασμός του, στο όνομα μιας «υψηλής» μουσικής σκοπιμότητας.

      Η πληθωρική ηχητική «επένδυση» ενός αρμονικού λόγου που είχε επιδιώξει την μεγαλύτερη δυνατήν απογύμνωση. Κοντολογίς, η αυθαίρετη θυσία της κατορθωμένης απλότητας για χάρη μιας πρόχειρης ευκολίας.

      Σήμερα, ερήμην του ποιητή, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποφανθεί ποιες θα ήταν οι αντιδράσεις του Γιώργου Σεφέρη ακούγοντας την μουσική ερμηνεία τούτων των έξι ποιημάτων του από τον Γιάννη Μαρκόπουλο και τους προσεκτικά διαλεγμένους συνεργάτες του.

      Όσο μπορώ να κρίνω από τις άμεσες προσωπικές μου εντυπώσεις, σκέφτομαι πως θα του άρεσε η πολύτροπη μα και σεμνή «λαϊκότητα» μιας ερμηνείας όπου αβίαστα συνταιριάζονται το παρόν με το παρελθόν, η Δύση με την Ανατολή, η Κρήτη με τον Πόντο, το Ιόνιο με το Αιγαίο, σ’ ένα τραγούδι και σ’ ένα χορό.

      Θα εκτιμούσε, θεωρώ, την σταθερή επιδίωξη της ακεραιότητας του λόγου και των μελετημένο σεβασμό των ρυθμικών όσο και των αρμονικών στοιχείων της ποιητικής σύνθεσης.

      Και ιδίως θα τον συγκινούσε, πιστεύω, το ομαδικό και συντροφικό καλλιτεχνικό μεράκι που, δίχως να αλλοιώνει την φωνή του ποιητή, την πλουτίζει με νέες, πρωτάκουστες «αρμονικές», βαπτισμένες και τούτες στην πιο ζωτική μας πηγή:

«τον καημό της Ρωμιοσύνης – εκεινού του πέλαγου τον καημό σαν ήβρε το ζύγιασμα της καλωσύνης».

Γ. Π. Σαββίδης 

porn Porn